* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * ** * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
.................................................................................Κείμενα και Ιστορία της Ταξιδιωτικής γραφής............
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

........................................................."Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει" Γιώργος Σεφέρης [1900-1971]

Editorial // περιηγητής
Η Φωτό Μου
Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής - http://www.yfos-texnes.blogspot.gr

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Παναγιώτης Ποταγός - Από την Πελοπόννησο στις εσχατιές της γης

ΓΟΡΤΥΝΙΑ ΑΡΚΑΔΙΑΣ : ΠΑΤΡΟΓΟΝΙΚΗ ΓΗ
Επιφανείς Γορτύνιοι
~~~~~~~~~~~~~


ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ


Ο διάσημος περιηγητής Παναγιώτης Π. Ποταγός γεννήθηκε στη Βυτίνα το 1838. Ο πατέρας του ήταν διοικητικός υπάλληλος, μα όταν ο Παναγιώτης ήταν ακόμη αβάπτιστο μωρό φονεύτηκε κατά την καταδίωξη της συμμορίας Κατσαβού. Η μητέρα του, νέα ακόμη, ξαναπαντρεύτηκε τον Αθ. Κανδρή από τη Στεμνίτσα, με τον οποίον απέκτησε επτά παιδιά και συγκεκριμένα το Νικόλαο (φαρμακοποιό), τον Ιωάννη (ιατρό), το Χρίστο (χρηματιστή), την Ελένη Ροΐλου, τη Δουδού Λαμπρινοπούλου, την Ελπινίκη Παπαγιαννοπούλου και την Ερασμία Κουσουρέλη.


Ο Παναγιώτης μαθήτευσε στο Γυμνάσιο Τριπόλεως, ύστερα για δύο χρόνια σπούδασε στη Νομική και κατόπιν μετεγγράφηκε στην Ιατρική, ανακηρυσσόμενος διδάκτορας με άριστα, ενώ βραβεύτηκε και στο Μαυροκορδάτειο Διαγωνισμό. Κατόπιν πήγε στο Παρίσι, όπου υπό την υψηλή προστασία της πριγκίπισσας Καρατζά συμπλήρωσε τις σπουδές του.

Ριψοκίνδυνος και συνάμα αλτρουιστής, όταν επιδημία χολέρας ξέσπασε στο Παρίσι, ενώ οι συνάδελφοι του έφυγαν, εκείνος παρέμεινε στο νοσοκομείο περιθάλποντας τους ασθενείς, κάτι που οδήγησε τη γαλλική κυβέρνηση να τον ευχαριστήσει επισήμως.

Πνεύμα ιδιαιτέρως ανήσυχο, θέλησε να περιηγηθεί την οικουμένη, για να επισκεφθεί, μελετήσει και περιγράψει άγνωστες χώρες και λαούς. Έτσι, χωρίς καμία κυβερνητική ή ιδιωτική αρωγή ξεκίνησε τις περιηγήσεις του το 1867, οι οποίες και συνεχίστηκαν για 15 χρόνια καθιστώντας τον, τον μεγαλύτερο Έλληνα εξερευνητή της εποχής. Ξεκινώντας από τη Συρία, πήγε στη Μεσοποταμία, την Περσία, το Αφγανιστάν, τα χανάτα της μέσης Ασίας μετά των Ιμαλαΐων και δια της Γοβαϊκής Ερήμου, της Σινικής Ταταρίας και της Μογγολίας κατέληξε στην Ανατολική Σιβηρία, διασχίζοντας έτσι το μεγαλύτερο πλάτος της ηπείρου αυτής, όπως βεβαίωσε και η Γεωγραφική Εταιρεία των Παρισίων. Κατόπιν, πήγε σε Πετρούπολη και Οδησσό για να πλεύσει μετά στην Αίγυπτο, περιηγούμενος την Αραβία, τις Ινδίες και το Αφγανιστάν. Επιστρέφοντας στη Νειλοχώρα, ξεκίνησε για τα ενδότερα της αφρικανικής ηπείρου, φθάνοντας προς τις χώρες του ισημερινού, πολύ μακρύτερα απ΄ όπου είχε πάει προηγουμένως ο Schweinfurth, εισδύοντας έτσι στην τροπική Αφρική. Ήταν μάλιστα ο πρώτος λευκός που έφτασε σε ορισμένες περιοχές του Κονγκό.

Επιστρέφοντας στην Αίγυπτο έστειλε έκθεση με τα πορίσματα του στην ελληνική κυβέρνηση και μάλιστα σώζεται επιστολή του από την Τάντα με ημερομηνία 19/10/1878, στην οποία παρακαλεί τον διπλωματικό πράκτορα Ν. Δραγούμη να στείλει γρήγορα την έκθεση του, ¨διότι αι ανακαλύψεις, βραδύνουσαι να δημοσιευθώσιν όχι μόνον μαραίνονται, αλλά και εκμεταλλεύονται πως υπ΄ άλλων¨.

Καθόλη τη διάρκεια των ταξιδιών του δεν έπαυσε να στέλνει σε μουσεία και συλλογές του ελληνικού πανεπιστημίου μέταλλα, νομίσματα, φυτά, καρπούς και άλλα φυσιογραφικά και ανθρωπολογικά αντικείμενα από διάφορους τόπους. Και παρότι δεν έκανε επιστημονικές μετρήσεις και παρατηρήσεις, εν τούτοις το σύνολο της εργασίας του αναγνωρίστηκε από τους σοφούς της Ευρώπης.

Ενώ θα μπορούσε να κερδίσει πολλά χρήματα εκδίδοντας στο εξωτερικό τα των περιηγήσεων του, προτίμησε να το κάνει στην Ελλάδα. Αλλά όταν το 1883 επισκέφθηκε την Αθήνα, μόλις και μπόρεσε με την αρωγή του Πανεπιστημίου να εκδώσει τον πρώτο 700σέλιδο τόμο της ¨Περίληψης Περιηγήσεων Ποταγού¨, μοναδικό ίσως στο είδος του έργο της ελληνικής γραμματολογίας. Έτσι, αφού προσέκρουσε στην αδιαφορία των Ελλήνων ιθυνόντων, την ίδια χρονιά πήγε στο Παρίσι, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον κόσμο των γραμμάτων και των επιστημών, με τον ευρωπαϊκό Τύπο να πλέκει το εγκώμιο του, ενώ τα συγγράμματα του, μεταφρασθέντα στα γαλλικά από σημαντικούς μεταφραστές, έγιναν ανάρπαστα.

Παρόλα αυτά η έπαρση δεν τον επισκέφθηκε ποτέ. Ήταν δε τέτοια η μετριοφροσύνη και η φιλοπατρία του, που όταν ο Βασιλιάς του Βελγίου τον κάλεσε τιμής ένεκεν να υπογράψει στη Χρυσή Βίβλο των περιηγητών, εκείνος αρκέστηκε να γράφει δύο λέξεις: ¨Εις Έλλην¨.

Μα όλα αυτά τα μεγαλεία, οι έπαινοι και οι τιμητικές εκδηλώσεις τον κούραζαν. Έτσι, απλά αποσύρθηκε, ως κάποιος άγνωστος και αφανής, στην εξοχή της Κέρκυρας, συνεχίζοντας τη μελέτη και τη συγγραφή, ενώ το πάθος του για περιηγήσεις το σίγαζε με θαλασσοπλοΐες και εκδρομές στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπου και επισκέφθηκε την έκθεση του Σικάγο και το Νιαγάρα.

Εκεί στην Κέρκυρα, σκληραγωγημένος από τα ταξίδια του, ζούσε βίο ολιγαρκή και λιτό, πίνοντας πολλές φορές μόνο γάλα και κοιμώμενος στο γυμνό έδαφος. Όταν δε επισκεπτόταν ως ιατρός απόρους ασθενείς, όχι μόνο δεν αμειβόταν, αλλά τους προσέφερε και τα απαραίτητα φάρμακα.

Έτσι, ενώ θα μπορούσε να ζήσει μέσα στα πλούτη, πέθανε σχεδόν πένης το 1903 στο γραφικό κερκυραϊκό χωριουδάκι Νύμφες της επαρχίας Όρους, με τη μνήμη του όμως να παραμένει αθάνατη στους κύκλους της γεωγραφικής επιστήμης. Παράλληλα, άφησε πίσω του πολλά ανέκδοτα συγγράμματα, στα οποία περιέγραφε τα ήθη και τα έθιμα διαφόρων λαών της Ασίας και της Αφρικής, ενώ είχε γράψει και σημαντικές πραγματείες τόσο για την Κέρκυρα, την οποία είχε περιέλθει και μελετήσει, όσο και για την Ηπειρο-θεσσαλία.

 __________
Πηγές: ¨Ημερολόγιο Σκόκου¨, Αθήνα 1904, σ.σ. 95-100 - Μ. Γιαλουράκης ¨Η Αίγυπτος των Ελλήνων¨, Αθήνα 1967, σ. 478
Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ


http://www.apela.gr/article/124466/panagiotis-potagos---apo-tin-peloponniso-stis-eshaties-tis-gis

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ : ΜΕΡΕΣ ΣΚΙΑΘΟΥ 1930

ΜΕΡΕΣ ΣΚΙΑΘΟΥ 1930

Σκιάθος, τέλος Ιουλίου

Ξεκίνησα από τον Πειραιά στις 6 τ’ απόγεμα με το «Παναγία». Θάλασσα ήσυχη· το βαπόρι ωστόσο παρακυλά* μου λεν πώς δεν έχει σαβούρα, την πούλησαν. Κοιτάζω τ' ακρογιάλι· η θάλασσα όσο βραδιάζει χάνει χρώμα: «γλαυκή». Πλάι μου δυο συζητούν ο ένας, τύπος βλάμη, στραβό ψαθάκι πάνω στα μάτια, άσπρα μαλλιά, άσπρο μουστάκι κομμένο αμερικάνικα· ο άλλος, νέο παιδί καλοβαλμένο, με καλούς τρόπους, από την Αίγυπτο, καθώς καταλαβαίνω· κρατάει γαλλικά περιοδικά και το Μπουκέτο, Ελληνικά εκφράζεται δύσκολα: ψάχνει να βρει εκφράσεις. Ο πρώτος του άπαντα:
— Τι λες, ρε; Ξέρεις γαλλικά;
—Αναγκάζομαι. Όχι πώς το κάνω από snobisme (sic). Η γλώσσα μιλιέται και γράφεται ευκολώτερα.
Διαβάζουν τo περιοδικό· ο νέος εξηγεί: «La page d’ amour».
—Έχει ωραίες γυναίκες στην Αίγυπτο;
...κλεψιγαμίες...
...
— ...ωραία τοπία. Βλέπεις τo Νείλο όλον ασήμι. Πουθενά το αιγυπτιακό τοπίο...
—·Καλύτερα από τούτα δω;
—Έχει βουνό;
- Όχι. ;
...
— Λοιπόν; Έχει τούτη τη δροσιά;
— Ναι, άλλα και μια υγρασία. Κάθεσαι και σηκώνεσαι βρεμένος.
~ Τι λες, ρε;...
Τα βράχια της Βουλιαγμένης δείχνουν τα κόκκινα γούλια τους, Η ώρα έχει απαλύνει ακόμη. Η θάλασσα είναι τώρα ολωσδιόλου άσπρη, μια ελάχιστη ιδέα λουλακί. Η καμπάνα του πλοίου σήμανε. Γυρίζω και την κοιτάζω, γράφει: «LΑ JOYEUSE - 1898 - R.Υ.S.» Είναι οχτώ.
Ο Ήλιος βασίλεψε· απόμεινε μια στιγμή σαν ένα νύχι πάνω από τα βουνά της Σαλαμίνας, κι έπειτα σαν το τσαλάκωμα μεταξωτού χαρτιού. Στους στενούς δρόμους της Αθήνας θα έχει τώρα σκοτεινιάσει. Τί περίεργο: η παρουσία ενός άνθρωπου μου δίνει όση αγωνία και η στέρηση του.
Νύχτα: η Κάρυστο, ηλεχτρικά απλωμένα στα πόδια ενός βουνού, ο νέος μέ τους καλούς τρόπους κατεβαίνει. Από τη βάρκα, η μάνα του:
—Ο Γιαννάκης μου... το παιδί μου...
Παρά τα γαλλικά περιοδικά και τις κλεψιγαμίες, δημοτικό τραγούδι, ολωσδιόλου.
Αυγή: Πέρασα τη νύχτα στη γέφυρα του καπετάνιου ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα πού μύριζε κατράμι και καπνιά. Φουρτούνα· σα να θερίζουν· σα να θερίζουν· σαν ένα θυμωμένο κοπάδι αγριόπαπιες. Μπροστά μου, στην πλώρη, έχουν ανοίξει το φλόκο· πάνω στο άσπρο αυτό παραπέτασμα, εικόνες, και στο βάθος, το σφύριγμα του αγέρα.
Δεύτερη νύχτα: Σκιάθος. Αρώματα, αρώματα, σαν το κατώφλι άλλου κόσμου.



Σκιάθος, 31 Ιουλίου

Μάταιο γράμμα. Βρίσκομαι σ’ ένα νησί του παλιού δουκάτου του Αρχιπελάγου. Τί να το κάνεις το όνομα του, αφού ούτε θα λάβεις το γράμμα τούτο ούτε και θα μου γράψεις ποτέ. Τέτοια ήταν η σιωπηλή μοίρα μας και πριν, στις καλές μέρες, όταν ένα κοίταγμα, ένα αγκάλιασμα, έδινε και γευόμαστε τα δώρα του Θεού. Βλεπόμασταν σπάνια, μια φορά την εβδομάδα, μια φορά στις δέκα μέρες, γιατί τέτοια ήταν η τάξη της κοινωνίας. Δυο η τρεις ώρες, και τότε ξεχνούσαμε. Ξεχνούσαμε τα βάσανα μας και μαζί τους τις εικόνες και τα στολίδια πού είχε μαζέψει η χωριστά ψυχή του καθενός μας στην επιφάνεια του κόσμου. Θυμάσαι ποσό φοβούμασταν τα λόγια. Δεν ξέραμε που θα μας βγάλουν. Μια δυο φορές στην αρχή μιλήσαμε, και σαν είπαμε όσα δε θέλαμε να πούμε, εκείνα κυρίως, σμίξαμε τα κεφάλια μας. Από τότε καμιά εξομολόγηση, κανένα παράπονο δεν τάραξε τις ώρες πού ήταν δοσμένο να ζήσουμε. Περάσαμε δυο η τρία χρόνια μιας αγάπης μυστικής και σιωπηλής, κι όμως, πραγματικά, δεν ξέρω να πω πόσο βάσταξε εκείνο το μαγικό. Σαν κοιτάζω εκείνες τις ώρες, τις δικές μας, τις βλέπω ξεχωρισμένες από το πέρασμα του χρόνου, σαν ένα καράβι φάντασμα πού θα ταξίδευε μέσα στον ποταμό της μεταβολής, πού θα μας είχε μπαρκάρει και μας ξεμπαρκάρισε ανεξήγητα. Έτσι φαντάζομαι την αιώνια ζωή· σαν εκείνο το ταξίδι. Τώρα τέλειωσαν όλα αυτά. 'Αλλά θέλω να προσπαθήσω τη μάταιη προσπάθεια να ξανασμίξω εκείνο τον καιρό.
Βρίσκομαι σε μια από τις Βόρειες Σποράδες, σ' ένα από τα διαβολονήσια, όπως έλεγαν οι παλιοί θαλασσινοί. Τώρα πού ξέρω πώς δεν μπορώ να σε συναπαντήσω πουθενά, τί σε νοιάζει που βρίσκομαι. Εδώ ή εκεί, η απουσία σου θα με βαραίνει, θα με κάνει όμοιο με τους άλλους ανθρώπους. Θυμάμαι εκείνη την τελευταία φορά· οι ψυχές μας βρισκόντουσαν τόσο δυνατά σφιγμένες από τον ενδεχόμενο χωρισμό, πού τα κορμιά ελεύθερα, στο στοιχείο τους, αυτά μόνο μας σμίγανε ακόμη. Στοχάζομαι πόσο ανόητες είναι οι φιλοσοφίες πού καταπιάστηκαν να χωρίσουν την ψυχή από το σώμα. Σα να μπορεί να χωρίσει κανείς το κύμα από τη θάλασσα. Τα κορμιά πού μας ενώνανε ακόμη, πόσο ανήμπορα, μοιάζαν έντομα πού θα τους είχαν κόψει τις αντένες·συρθήκανε τυφλά, αγωνιστήκανε να βρούνε κάποια επικοινωνία, κι έπειτα ησυχάσανε το καθένα φυλακισμένο μέσα στους νόμους του. Έπειτα, βλέπω ακόμη τα χείλια και τα μάτια σου. Ένα αυτοκίνητο μέσα στους σκοτεινούς ακατάστατους δρόμους, ένα φιλί στο αναμμένο μάγουλο και τα τελευταία σου λόγια: «Ο Θεός να σε φυλάει, παιδί μου...». Τα δάκρυα με πήραν πολύ αργότερα, τη νύχτα, στο κατάστρωμα ενός παμπάλαιου βαποριού, καθώς κοίταζα το Γαλαξία.
Πέρασα ολόκληρη τη χτεσινή μέρα ζαλισμένος από το ταξίδι· και τα σιδερικά πού μ' έφεραν εδώ, 36 ώρες. Τις πέρασα ξαπλωμένος σε μια ξαπλωτή πολυθρόνα του καραβιού πού μύριζε κατράμι και καπνιά. Είχες τη δέηση και ολόκληρη την προσήλωση μου. Χωρισμός, απουσία, νόστος, άβυσσος. Η παρουσία σου και η απουσία σου· η μεγάλη υπόθεση της ζωής μου. Που να 'σαι τώρα... Περνούσαμε μπροστά στη Βουλιαγμένη σαν ξαναγύρισα το κεφάλι προς την Αθήνα. Ο Ήλιος είχε βασιλέψει· απόμεινε ακόμη μια στιγμή έξω από τη ράχη του βουνού ένα λιγνό γυαλιστερό τόξο, κι έπειτα ένα ανεπαίσθητο σημάδι στον ουρανό. Ανάπαυλα και ανασασμός στη θάλασσα. Συλλογιζόμουν τους στενούς δρόμους όπου σε περίμενα· θα είχαν πια σκοτεινιάσει. Στάθηκα και φαντάστηκα μια στιγμή πώς ήσουν καθισμένη μπροστά μου μ' ένα βιβλίο στα χέρια. Αν δε σ' έβλεπα, ήταν ζήτημα απόστασης. Πόσης απόστασης;...


Σκιάθος
Μετά το βασίλεμα, ανεβήκαμε στο βουνό. Μονοπάτι κάτω απ' τα λιόδεντρα· στην κορφή, το εκκλησάκι. Στο δρόμο, ένας τυφλός γέρος καθισμένος σ' ένα πεζούλι, η μια παλάμη πάνω στην άλλη· άσπρα γένια, το άπλανο βλέμμα του. Παρακάτω, μια γριά φυλάγοντας πρόβατα με τα μαλλιά σαν ρόκα.
Όταν φτάσαμε, σκύψαμε κατά την άλλη λαγκαδιά· η μυρωδιά του πεύκου. Ηρεμία. Να 'ταν η ψυχή μου σαν τη θάλασσα, την ώρα εκείνη, πού έφευγε και δεν έφευγε, πού ήταν σα ζυγαριά και μ' αυτό και μόνο σου δίνει το αίσθημα της δικαιοσύνης πού αναχαιτίζει τη μοίρα. Το βουνό απέναντι σκοτεινό, ένας μαύρος όγκος, και στη γραμμή της ράχης, μια σπιθαμή πιο ψηλά, ο Αποσπερίτης. Κοίταξα μέσα στην εκκλησιά από τη μισάνοιχτη πόρτα. Η Ι. άναβε το κερί της μπροστά σ' ένα εικόνισμα. Το κόκκινο φτωχό παραπέτασμα της ωραίας πύλης. Τα καντήλια έδιναν ένα ήπιο φως πού αράδιαζε χρυσά κοχύλια. Μια ατμόσφαιρα χρυσή και μαύρη: χρυσή, πασπαλισμένη με ψιλή σκόνη λιβανιού. Κατεβήκαμε· ένα μουλάρι, μια κόκκινη αγελάδα, έπειτα το γάβγισμα ενός σκύλου πάνω στο απέραντο κείμενο, τη θάλασσα.

Σκιάθος
Σήμερα τα’ απόγεμα βρέθηκα σε μια μικρή ακρογιαλιά. Μια ίσια γραμμή ο ορίζοντας πέρα, μια βάρκα αραγμένη και, μπροστά μου, τα βότσαλα σχηματισμένα από το κύμα, καθένα με τη δική του φυσιογνωμία, σαν τους ανθρώπους. Απέραντη γαλήνη.
Ξαναδιάβασα ολόκληρη την Οδύσσεια στο κείμενο του Berard. Μηχανισμός των θεών κατά βάθος, δεν κάνουν τίποτε πού να μη γίνεται χωρίς αυτούς. Μόνο πού σπάζουν τις συνήθειες και μας κάνουν νά προσέχουμε καλύτερα τους ανθρώπους.

Σκιάθος

Σπίτι του Παπαδιαμάντη. Η γριά αδερφή του έκλαιγε καθώς μας μιλούσε γι’ αυτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινή  ράτσα. Το σπιτάκι καθαρό και ασπρισμένο, μια μεγαλωμένη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στον τοίχο στην κάμαρα όπου πέθανε· από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάκι, ένα στρώμα κατάχαμα σκεπασμένο μ’ ένα κιλίμι. Εκεί πάνω ξεψύχησε (2 Ιανουαρίου), αφού ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά. Το μόνο βιβλίο του πού είδα πάνω στο μικρό τραπέζι, μια φτηνή αγγλική έκδοση (Omnibus) του Σαίξπηρ.


Σκιάθος, Κυριακή απόγεμα
Χάζευα στο παράθυρο μου. Κόσμος στα μουράγια, οι καφενέδες γεμάτοι, όταν, ξαφνικά, είδα έναν άνθρωπο να τρέχει σα να τον κυνηγούσαν, να πηδά σε μια βάρκα δεμένη στην πρύμη ενός καϊκιού, ν’ ανεβαίνει στην κουπαστή, να κατεβάζει το βρακί του και να δείχνει σ' όλο αυτό το πλήθος γυμνά τά πισινά του. Το αποτέλεσμα ήταν σα μια τουφεκιά σ' ένα δέντρο γεμάτο σπουργίτια: σκόρπισαν όλοι.

Σκιάθος
Στα «Πλατάνια», βρύση του Άι-Λιά. Επιγραφή:
Εδώ είν’ ευτυχία,
εδώ είν’ η χαρά,
εις τα νερά τα κρύα,
στα χόρτα τα χλωρά.

Άλλα ο αγωγιάτης τραγουδά ακόμη:
Είναι καρδιές που χαίρουνται, είναι καρδιές πού κλαίνε,
είναι καρδιές οπού ποθούν και κανενός δε λένε,

και ο θαλασσινός το βράδυ:
Αγέρα καλοκαιρινέ,
φέρε χαμπέρι και για με.

Ένας από τους πιο σπουδαίους Έλληνες πού γνώρισα στη ζωή μου είναι ο φτωχός γέρος, ο φίλος μου ο Σωτήρης, πού έπαιζε βιολί, μας έλεγε παραμύθια και ήταν στα ογδόντα του χρόνια γεμάτος από τη δροσιά της αγάπης. Ήταν σαββατογεννημένος, και γι' αυτό κουβέντιαζε με τις νεράιδες. 35 ή 40 χρονώ τον άφησε η πρώτη του γυναίκα. Το διαζύγιο ήταν αρμόδιο να το βγάλει το δικαστήριο στο Βόλο. Περίπλοκη και πολυέξοδη υπόθεση τα χρόνια εκείνα: μετακινήσεις και τα ρέστα. Τον άφησε η πρώτη του γυναίκα και πήρε μιαν άλλη (πώς να κάνει χωρίς γυναίκα ένας φτωχός αγρότης)·  δεν μπόρεσε όμως να τη στεφανωθεί. Έτσι, σαν αστεφάνωτος, έζησε παρίας για τους συγχωριανούς του· τον καταφρονούσαν, κι αυτός τους έλεγε μπαμπακόκολους. Ήταν ωστόσο ένας τύπος της αρχοντιάς της φτώχειας ο Σωτηρης· τέτοιους ανθρώπους δεν μπορώ να τους φανταστώ σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου : Σωτηρης Ν. Σταμέλος η Τζαχείλας.


(Στο μοναστήρι της Βαγγελίστρας: Ευαγγέλιο τυπωμένο [Βενετία, 1539], δεμένο με δέρμα, πλάκες χρυσές και μινιατούρες· την πίσω πλάκα την κλέψανε. Το πόδι του Άγιου Κωνσταντίνου του Υδραίου [δώρο κάποιου Κουντουριώτη]. Χειρόγραφο: «Γερασίμου Βλάχου του Κρητός εις τα περί ψυχής του Αριστοτέλους». Μου είπαν πώς υπήρχε κι ένα χειρόγραφο του Καΐρη, αλλά δεν το είδα.)

Της Παναγίας. Αθήνα
Γύρισα από Σκιάθο Τρίτη πρωί και πήγα στο γραφείο όπως κάθε μέρα. Ζωή ταχτοποιημένη χωρίς πίστη και χωρίς πάθος. Την ξεσκόνισα λίγο και την ξανάπιασα εκεί πού είχε σταματήσει, μηχανικά. Καμιά φορά συλλογίζομαι ώρες το νησί· λίγες εικόνες: ένα παλιό μοναστήρι ανάμεσα σε δύο συμμετρικά πεύκα στην κορφή όπου ανεβαίνει το φιδωτό μονοπάτι· την ανεξάντλητη προσφορά της θάλασσας· ένα γέρο πού λέει παραμύθια το βράδυ. Τ' άλλα μαζεύουνται και σωπαίνουν γύρω από μιαν απουσία. Είκοσι μέρες απουσία, κι όμως ένα αγερικό τριγυρίζει μέσα στο ξεχασμένο δάσος και τρομάζει τις αισθήσεις. Δεν είναι εύκολο...

«ΜΕΡΕΣ Α΄»
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Ταξιδεύοντας και αποτυπώνοντας τη Δημητσάνα, το 1923

 Ένα στολίδι της Αρκαδίας μέσα από τον φακό της Dorothy Burr Thompson 

Τι αντίκριζε ο ξένος, ο τουρίστας, ο περιηγητής των αρχών του 20ού αιώνα όταν επισκεπτόταν την Αρκαδία; Μόνο ασφαλές παράθυρο στον χρόνο, οι σωζόμενες φωτογραφίες εκείνων που ξεκινούσαν τα καλοκαίρια συνήθως από τις χώρες τους για να περιπλανηθούν για μήνες στη μυθική Αρκαδία για την οποία τόσα είχαν διδαχθεί στο σχολείο. Ο Αρκαδισμός είναι πάντοτε ζωντανός στη Δύση, αλλάζοντας μορφές ανάλογα με την εποχή.

Η Dorothy Burr Thompson (1900-2001) ήταν αρχαιολόγος και ιστορικός της τέχνης και στα 23 της χρόνια επισκέφθηκε όχι μόνο την Αρκαδία, αλλά και την Ολυμπία, την Επίδαυρο, όλα τα μέρη στην Πελοπόννησο που ξυπνούσαν το επιστημονικό της ενδιαφέρον. Το 1923 η ανήσυχη γυναίκα, η οποία γνώριζε λατινικά από την ηλικία των 9 ετών και ελληνικά από τα 12 της χρόνια, πήρε υποτροφία για την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Το 1925, ανακάλυψε τον θολωτό τάφο του βασιλιά και της βασίλισσας της Μιδέας (Αργολικό) στο Άργος.
ΑΠΟΤΥΠΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ ΤΟ 1923
Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της αρχαιολόγου, η οποία επισκέφθηκε την περιοχή τον Σεπτέμβριο του 1923 και ξανά το 1931, οι ομορφιές της Δημητσάνας είναι εκεί, παρούσες. Τα περισσότερα από τα πετρόχτιστα σπίτια της είναι αναγνωρίσιμα και σήμερα, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μία φωτογραφία της που απαθανατίζει πρόσωπα του χωριού να κοιτάζουν κατάματα τον φακό: μία γυναίκα φορτωμένη με ένα βαρέλι, μια άλλη γυναίκα με τα χέρια στη μέση, φορώντας μακρύ φουστάνι και μεγάλη ποδιά, ένα παιδί που κοιτάζει πίσω γελώντας και ένας άντρας που χαμογελάει.
Τα καλντερίμια του χωριού, τα κλειστά παραθυρόφυλλα, τα λιθόστρωτα σοκάκια, όλα είναι εκεί στις φωτογραφίες της Αμερικανίδας αρχαιολόγου.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ
Η Δημητσάνα είναι χτισμένη πάνω σε λoφορράχη σε υψόμετρο 950 μέτρων, από τη μεσημβρινή πλευρά της οποίας παρέχεται θαυμάσια θέα της πεδιάδας της Μεγαλόπολης και του Ταΰγετου. Η ιστορία της αρχίζει κατά τους Ομηρικούς χρόνους, όταν στη θέση της βρισκόταν η μικρή αρκαδική πόλη Τεύθις.
Αποτελεί κοινότητα μαζί με τα χωριά Παλαιοχώρι, Καρκαλού και τις μονές Αιμυαλών - Φιλοσόφου, με συνολικό πληθυσμό 740 κατ. Προπολεμικά η Δημητσάνα είχε διπλάσιο πληθυσμό,το 1960 είχε 2.000, αλλά πολλοί Δημητσανίτες μετανάστευσαν κι εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, την Αυστραλία και αλλού.
Η Δημητσάνα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο με το «κρυφό σχολειό» και το 1821 με το «Δημητσανίτικο μπαρούτι» που παρασκεύαζε. Είναι πατρίδα του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, του οποίου το άγαλμα δεσπόζει στην κεντρική πλατεία του χωριού, που υπήρξε δωρεά του Μαρασλή, και του Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού, όπου αμφοτέρων οι οικίες διασώζονται.
Στο μουσείο της Δημητσάνας που στεγάζεται στη Βιβλιοθήκη, εκτίθενται υφαντά, αργαλειοί, είδη λαϊκής τέχνης και αρχαιολογική συλλογή. Λίγο έξω από τη Δημητσάνα βρίσκεται και το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, που στόχο έχει την ανάδειξη των παραδοσιακών υδροκίνητων εγκαταστάσεων που παλιότερα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένες στην περιοχή.


_____________
http://www.arcadiaportal.gr/news/taxideyontas-sti-dimitsana-1923-pics

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Σπάνιο φωτογραφικό υλικό: Η καθημερινότητα των ανθρώπων στην Ελλάδα το 1950-1965

 [

Η Ελλάδα 1950-1965: Η καθημερινότητα των ανθρώπων


Ας ξαναδιαβάσουμε την ιστορία μέσα από τις φωτογραφίες[1].
Ο Εμφύλιος μόλις έχει τελειώσει. Οι άνθρωποι, μέσα σ’ αυτή τη χαώδη κατάσταση, προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή τους.
Ο αγώνας γινόταν για ένα πιάτο φαΐ, για ένα τρύπιο παντελόνι ή φουστάνι, για ένα ζευγάρι παπούτσια, που είχαν βαρεθεί να πηγαινοέρχονται στον τσαγκάρη. Για να βρεθούν όμως κι αυτά, ο αγώνας γινόταν κυρίως για τη δουλειά, για το μεροκάματο.

Οι διάφορες συντεχνίες , συγκεντρωμένες σε γνωστά στέκια, περίμεναν από τα ξημερώματα τους εργολάβους, αλλά και απλούς ιδιώτες, για να τους δώσουν δουλειά.
Η διαπραγμάτευση σκληρή, αδυσώπητη, απάνθρωπη μερικές φορές!
Οι ανειδίκευτοι και τα παιδάκια, στις δουλειές του ποδαριού .
Κάλτσες, τσατσάρες, πιαστράκια, καθρεφτάκια, ξυραφάκια και ότι χωρέσει ο νους σου, που να μπορεί όμως να χωρέσει, σ’ ένα τελάρο κρεμασμένο από το λαιμό.
Σ’ όλους αυτούς, μπορείς να προσθέσεις και τους χιλιάδες επαρχιώτες, που έφταναν κάθε μέρα με τρένα και λεωφορεία, εγκαταλείποντας τα χωριά τους, με την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής.
Η εσωτερική μετανάστευση κράτησε χρόνια και χρόνια, ώσπου η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις της Ελλάδας, γίνουν τα σημερινά τέρατα, που όλους μας δυναστεύουν.
Τα τεφτέρια των τσαγκάρηδων, των ραφτάδων και πιο πολύ των μπακάληδων, έπαιρναν κάθε μέρα φωτιά.
«Μισή οκά ζάχαρη, μισή ρύζι, ψωμί και … γράφτα!». 
Οι δρόμοι χωμάτινοι, νερό από τις βρύσες στις γωνιές των τετραγώνων και ηλεκτρικό ρεύμα, μόνο για το ένα τρίτο των Ελλήνων!

Παραδοσιακό έθιμο Χριστουγέννων και Πάσχα, η προσφορά προϊόντων διαφόρων εταιρειών, προς την Ελληνική αστυνομία. Τα φορτηγά τους ξεφόρτωναν το εμπόρευμα γύρω από τον τροχονόμο κι έφτανε στιγμή, που οι διαβάτες μπορούσαν να διακρίνουν από μακαρόνια μέχρι καφέδες και από ταλκ μέχρι σαμπουάν και περιοδικά, πουθενά όμως το όργανο της τάξης, που είχε χαθεί πίσω από τις προσφορές!


Το κατάστημα έκλεισε. Για καλό και για κακό, αναρτήθηκε και ο αριθμός αδείας, μη μπλέξουμε και με τα δικαστήρια!
Όσο για την ορθογραφία; Ποιος νοιάζεται;
Ο μικροπωλητής που ξεκουράζεται ή κάποιος ταλαίπωρος διαβάτης που βρήκε αποκούμπι, παίρνει έναν μικρό υπνάκο!
Θερμαντικές ύλες όλων των ειδών. Ο καστανάς έτοιμος να γεμίσει το χωνάκι με τον χειμερινό καρπό και ο καρβουνιάρης προσπαθεί να ισορροπήσει τη ζυγαριά του με τα κάρβουνα, για τον αόρατο πελάτη!

Έξω από κάποιο γήπεδο, το κοριτσάκι δείχνει την πραμάτεια του, που δεν είναι άλλη από την «Αθλητική Ηχώ».

Η ποδιά προστατεύει το φουστανάκι του από το μελάνι, που έβγαζαν αφειδώς οι εφημερίδες της εποχής!
Δίπλα, το καρότσι με τους ξηρούς καρπούς.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα και ξεκινά το εορταστικό τουρνουά των ομάδων της Αθήνας.

Πολλοί κοιτάζουν, ένας αγοράζει! Έχεις όμως και κάτι τιμές, βρε παιδί μου! 3.200 η οκά τα πορτοκάλια; Άσ’ το καλύτερα!

Κάποτε πίναμε και γάλα κανονικό. Όχι νεροζούμι στο χρώμα του γάλακτος! Ο γαλατάς, κάθε πρωί στην ώρα του και η πληρωμή κάθε Σάββατο. Δεν ήμασταν όμως εντελώς σίγουροι, πως είναι ο γαλατάς, αυτός που μας χτυπάει την πόρτα!!

Ανταλλακτικό εμπόριο. Επιστρέφει το μπουκάλι για να πάρει μερικά μανταλάκια.


Αγώνας ταχύτητας! Από το τυπογραφείο, οι εφημερίδες στον ώμο και γραμμή για τον πάγκο ή οποιαδήποτε καλή περαντζάδα, που να μπορεί να πουληθεί το εμπόρευμα.
Όταν δε είχε έκτακτο παράρτημα, σήμαινε επιστράτευση για τους εφημεριδοπώλες!

Ωραίος σαν υφασματέμπορας!

«Γνήσιο Εγγλέζικο, μάγκες! Μισή τιμή από τα μαγαζιά! Όποιος προλάβει!»

Πουλούν και τύχη, μα η τύχη δεν τους βοηθά. Αν και πολυτεχνίτες, ούτε λουστράρισμα, ούτε τζόγος! Μαύρα κεσάτια!
Εργάτες ακροβάτες! Γκρέμισμα κτηρίου μ’ έναν κασμά κι έναν λοστό! Σάρωναν τα εργατικά ατυχήματα.




Μ’ αίμα χτισμένο, στις Δραπετσώνες της Ελλάδας.









Είχαμε κάποτε και εργοστάσια παπουτσιών! Υπό το άγρυπνο βλέμμα του αφεντικού, φυσικά!





Η οικοδομή δεν ήταν ακόμη στα καλύτερα της. Η ανεργία μεγάλη και το ρίξιμο του μπετόν με τον τενεκέ, σκληρή δουλειά μα έδινε μεροκάματα.



Γαζώτριες, κοπτοράπτριες. Δεκάδες χιλιάδες γυναίκες σε όλη τη χώρα, στελέχωναν μερικές χιλιάδες βιοτεχνίες και βιομηχανίες, για περισσότερα από σαράντα χρόνια, μέχρι την επέλαση της κίτρινης φυλής, κυρίως όμως των αεριτζήδων και της οικονομικής δικτατορίας της Ευρωπαϊκής ένωσης!


Αφίσα του ΙΚΑ το 1963. Ήδη από το 1950 είχαν καταγραφεί άπειρα εργατικά ατυχήματα
Το ΙΚΑ «πασχίζει» να περιορίσει τα εργατικά ατυχήματα, με αφισούλες! Από τους τόπους δουλειάς, δεν περνά ούτε απ’ έξω!



Και όμως, οι βιομηχανικοί εργάτες και εργάτριες, εκείνα τα χρόνια ήταν πολλοί. Τώρα;







Ξυπόλυτος σερβιτοράκος!



Τα δολάρια της Αμερικάνικης βοήθειας, τα μασούσαν οι ημέτεροι και οι χαρακτηρισμένοι πολίτες Β! κατηγορίας, δεν έβρισκαν δουλειά ούτε στα σκουπίδια της γειτονιάς τους!
Ο μόνος δρόμος που απέμενε, ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς και τον ακολούθησαν πολλοί.
Άλλη μια Ελλάδα σκορπίστηκε στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αμερική και την Αυστραλία και τάιζε με τα εμβάσματα της για πολλά χρόνια, αυτούς που έμειναν πίσω.

Ο Εθνάρχης των παράσιτων, έστειλε τους μισούς Έλληνες στην ξενιτιά, για να μεγαλώνει το μερτικό των φίλων του, από την Αμερικάνικη βοήθεια!



Η λύπη στα μάτια των μεγαλύτερων. Φεύγουν για την Αργεντινή. Ξέρουν ότι δε θα ξαναγυρίσουν





Οι φαντάροι φεύγουν "εθελοντικά" για την Κορέα. Αποχαιρετούν τις οικογένειες τους. Δεν ξέρουν αν θα ξαναγυρίσουν. Ελπίζουν!



Ο λαπάς της βασίλισσας Φρειδερίκης, Παύλος, αποχαιρετά τους φαντάρους που φεύγουν για την Κορέα διά χειραψίας, με σκυμμένο το κεφάλι -λες και ντρέπεται για αυτήν την εξευτελιστική αποστολή- πιθανόν όμως να σκέφτεται "Που πάνε όλοι αυτοί;"


Η πολύπαθη «Ομόνοια» ανακαινίζεται.



 
Ο μεγάλος ηγέτης Κ. Καραμανλής επιβλέπει, παρέα με τον Ράλλη.



[1] Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Κώστα Μεγαλοοικονόμου.Ο Κώστας Μεγαλοοικονόμου, ο "καθηγητής" όπως τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοι του, γεννήθηκε στη Σμύρνη και ήρθε στην Ελλάδα το 1922. Εγκαθίσταται στην Αθήνα και αρχίζει να ασχολείται με το φωτορεπορτάζ. Με την ευαίσθητη και ματιά του, για 60 χρόνια κατέγραφε την ιστορία αυτού του τόπου. Οι φωτογραφίες επιλέχθηκαν από τον Άρη Μαραγκόπουλο και δημοσιεύθηκαν στο Λεύκωμα με τίτλο "Η άλλη Ελλάδα 1950-1965". Είναι ένα μικρό φιλμ νουάρ όπως και η 15ετία που αποτυπώνει.
kaistriotis

Το διαβάσαμε από το: Σπάνιο φωτογραφικό υλικό: Η καθημερινότητα των ανθρώπων στην Ελλάδα το 1950-1965 [photos] http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2014/11/1950-1965-photos.html#ixzz49woDsfc6